Όλα ασφυκτιούσαν εκεί μέσα και δεν ήταν μόνο αυτό. Ποτέ δεν θυμόταν τι είχε βάλει αλλά και τι θα εύρισκε ψαχουλεύοντας. Κάποια μέρα θα έπρεπε να ασχοληθεί σοβαρά με το μεγάλο συρτάρι και να το τακτοποιήσει. Σαν νοικοκυρά ντρέπονταν και η ίδια. Κάθε μέρα άνοιγε την ντουλάπα με τα ρούχα της, έπαιρνε αυτό που ήθελε και απομακρύνονταν, συνήθως βιαστικά. Οι δουλειές της ημέρας πάντα περίμεναν. Μόνο το βράδυ, σαν είχε ξεντυθεί και ξάπλωνε στο κρεβάτι της, για δύο σελίδες διάβασμα πριν κοιμηθεί, το έβλεπε ακριβώς μπροστά της, στο κάτω μέρος της ντουλάπας. Δεν έκλεινε καλά από τη μια πλευρά, και μέσα στη κούραση της, το ερμήνευε σαν ένα συμβολικό κλείσιμο ματιού που την προκαλούσε να βάλει μια τάξη.
Αρκετές φορές αναρωτήθηκε αν είχε χρήσιμα πράγματα, που αγνοώντας τα αγόραζε ξανά, η παλιατσαρίες που απλά της έπιαναν χώρο. Την επομένη Κυριακή θα ασχοληθώ μαζί σου, είπε φωναχτά. Δεν ήξερε αν το έλεγε στον εαυτό της η στο συρτάρι. Έκλεισε το φως και περιμένοντας να κοιμηθεί, ένοιωθε ένα μισόκλειστο μάτι να την περιεργάζεται.
Την μέρα που άνοιξε το συρτάρι, και δεν θυμόταν αν ήταν Κυριακή, ολόκληρος κόσμος εμφανίστηκε μπροστά της. Πάνω από όλα ένα μαντηλάκι, προσεχτικά διπλωμένο στα τέσσερα, με το μονόγραμμα της κεντημένο. Δώρο της νουνάς της σαν τέλειωσε το Δημοτικό. Μερικά σεμεδάκια κεντημένα από την ίδια και ένας κιτρινισμένος μισάνοιχτος φάκελος, μπουκωμένος από ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Τρία κουβάρια μαλλί περασμένα σε ένα ζευγάρι βελόνες πλεξίματος και ένας τζιλές καινούριος με την ετικέτα κολλημένη ακόμη επάνω του. Έβγαλε δύο λευκές μαξιλαροθήκες, με μαργαρίτες στις γωνιές από κοφτό ύφασμα. Τις άπλωσε στο χαλί και πάνω τους αράδιασε, όσα μέχρι τώρα είχε ανακαλύψει. Ήταν περίεργη αν και άλλα κόμματια της προίκας της βρίσκονταν καταχωνιασμένα εδώ μέσα. Θα δούμε σκέφτηκε, κάθε πράγμα στην ώρα του. Ας έρθει πρώτα ο γαμπρός, τα υπόλοιπα είναι και έτοιμα και εύκολα.
Τράβηξε το συρτάρι πιο έξω. Μια στοίβα από φακέλους και χαρτιά γέμιζε το πίσω μέρος. Κάθισε οκλαδόν και άρχισε να ξεφυλλίζει. Παλιοί λογαριασμοί για το νερό, το ηλεκτρικό και το τηλέφωνο, ενοικιαστήρια συμβόλαια από τα σπίτια που έμεινε κατά καιρούς και ένας σωρός απο αποδείξεις αγοράς, για πράγματα που πολλά από αυτά είχε ήδη πετάξει. Δύο κορνίζες χωρίς φωτογραφίες, της φάνηκαν χρήσιμες. Και ένα μικρό αντίγραφο από παλιό μύλο του καφέ, θα τον χάριζε στην ανεψιά της για να παίζει.
Ένας κόκκινος σκούφος , κασκόλ και γάντια λευκά , όλα πλεγμένα στο χέρι και μερικά ζευγάρια χοντρά καλτσάκια, ήταν τα τελευταία πράγματα που ακούμπησε πάνω στο χαλί.
Σήκωσε την μισοσχισμένη εφημερίδα που ήταν στρωμένη στον πάτο του συρταριού. Ένα καπλαντισμένο τετράδιο είχε περάσει το σχίσιμο και ξάπλωνε μπρούμυτα πάνω στο ξύλο. Το πήρε στα χέρια και διάβασε στην ετικέτα, « Το Ημερολόγιο μου » Με δικά της γράμματα μάλλον παιδικά αλλά καλλιτεχνικά στην κάτω σειρά, ήταν γραμμένο το όνομα της. Κρατούσα ποτέ ημερολόγιο, αναρωτήθηκε και το άφησε δίπλα, να το δει αργότερα.
Πήρε το συρτάρι και το έβγαλε στο μπαλκόνι για καθάρισμα. Διάφορα πραγματάκια κυλούσαν και κουδούνιζαν στην διαδρομή. Δώδεκα χάντρες από ένα διαλυμένο κομπολόγι, τόσες βρήκε, τρεις συνδετήρες και μια καρφίτσα. Τα μάζεψε όλα προσεκτικά και έβαλε μπρος το επαναφορτιζόμενο σκουπάκι.
Έστρωσε καινούργια εφημερίδα και έσυρε τα δάκτυλα της στις γωνιές για να εφαρμόσει στις άκρες του συρταριού. Σε κάτι τέτοια ακολουθούσε πάντα τις συμβουλές της μάνας της. Η στρωμένη εφημερίδα είναι καθαριότητα και δείχνει νοικοκύρη άνθρωπο, της έλεγε. Μια εποχή έστρωνε αλουμινόχαρτο, όπως είχε δει να βάζουν στα συρτάρια, στα σπίτια των φιλενάδων της. Άρχισε να τοποθετεί πάλι τα χρήσιμα γι αυτή την στιγμή και αξιόλογα κατά την κρίση της πράγματα.
Όταν τέλειωσε έκανε καφέ και κάθισε αναπαυτικά παίρνοντας στα χέρια της το ημερολόγιο. Ήταν γραμμένες περίπου πέντε σελίδες. Δύο με τρεις γραμμές έγραφε κάθε φορά που το άνοιγε για να αναφέρει ουσιαστικά, ανούσια γεγονότα. Όπως τον καυγά με την φίλη της, που την πλήγωσε πολύ η για ένα αγόρι στο πανηγύρι του χωριού που της χαμογέλασε. Στην τελευταία της αναφορά διαβάζει:
Αγαπημένο μου ημερολόγιο, μου λείπει πολύ η μαμά μου. Ο Θεούλης δεν έπρεπε να την πάρει τόσο νωρίς.
Εκεί φαίνεται ότι σταματά και δεν γράφει ποτέ πια. Το έκλεισε και το ακούμπησε στο τραπεζάκι, δίπλα στον καφέ. Μια φωτογραφία της γλίστρησε απο μέσα στο πάτωμα. Την έδειχνε ανεβασμένη σε ένα μεγαλόσωμο μαύρο γάιδαρο. Τα ξανθά μαλλιά της ξέπλεκα και ντυμένη με άσπρο πουκάμισο και μπλουτζίν. Η μάνα της περπατούσε μπροστά κρατώντας το χαλινάρι.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
Ένοιωσε το μεγάλο συρτάρι να κινείται. Αυτό ήταν τελείωσε, της είπε ο γιατρός. Ένα κακό με τις αξονικές τομογραφίες είναι ότι παίρνουν αρκετή ώρα.
Βαρεθήκατε η είχατε κοιμηθεί; Και καθώς δεν έπαιρνε απάντηση, θα σας τηλεφωνήσω για τα αποτελέσματα πρόσθεσε.
Ετοιμάστηκε να φύγει. Στην πόρτα κοντοστάθηκε και στράφηκε στο γιατρό. Δεν κοιμήθηκα γιατρέ του είπε, έψαχνα στο μεγάλο συρτάρι, από καιρό έπρεπε να είχα κοιτάξει εκεί μέσα και να το τακτοποιήσω.